Η καταπολέμηση των διακρίσεων στο πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης
H Ευρωπαϊκή Κοινότητα δραστηριοποιείται εδώ και καιρό στην καταπολέμηση των διακρίσεων. Μάλιστα, όταν ιδρύθηκε μια από τις πιο επείγουσες αποστολές της ήταν να συμφιλιώσει μια ήπειρο διχασμένη από εθνικιστικές και εθνοτικές διαμάχες. Επί σειρά ετών στο επίκεντρο βρισκόταν η πρόληψη των διακρίσεων λόγω υπηκοότητας και φύλου.
Το 1997 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς τα κράτη μέλη συμφώνησαν σε ορισμένες εκτεταμένες αλλαγές στη Συνθήκη. Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ δόθηκαν στην Κοινότητα νέες αρμοδιότητες για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού και αυξήθηκαν οι αρμοδιότητες για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου.
«Η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών … αρχές, οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη.» Άρθρο 6 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Συνθήκη, η οποία ορίζει τις αρχές και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζει ακόμη, τη θεμελιώδη σημασία της μη εφαρμογής διακρίσεων και επεκτείνει αυτή την αρχή σε άλλους τομείς πέραν αυτών της εθνικότητας και της ίσης αμοιβής για άνδρες και γυναίκες. Ειδικότερα, αναθέτει στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμοδιότητες που επιτρέπουν την ανάληψη δράσεως κατά των διακρίσεων για ορισμένους λόγους. Αυτές οι αρμοδιότητες καθορίζονται στο άρθρο 13: «Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων της παρούσας Συνθήκης και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που παρέχει αυτή στην Κοινότητα, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί να αναλάβει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.»
Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των Οδηγιών 2000/43 ΕΚ και 2000/78 ΕΚ για τη φυλετική ισότητα και την ισότητα στην απασχόληση, που έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο και που αποτελούν βασικές συνιστώσες της δραστηριότητας του Δήμου Αθηναίων.
Η Οδηγία 2000/43/EΚ για τη φυλετική ισότητα
- Εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
- Παρέχει προστασία από τις διακρίσεις στην απασχόληση και την κατάρτιση, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση, την υγειονομική περίθαλψη και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες.
- Περιέχει τον ορισμό της άμεσης και της έμμεσης διάκρισης, της παρενόχλησης και των αντιποίνων.
- Παρέχει στα θύματα διακρίσεων το δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελία μέσω δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας σε συνδυασμό με τις κατάλληλες κυρώσεις για όσους προβαίνουν σε διακρίσεις.
- Μοιράζει το βάρος της αποδείξεως ανάμεσα στον ενάγοντα και στον εναγόμενο σε διαφορές αστικού και διοικητικού δικαίου.
- Προβλέπει την ίδρυση σε κάθε κράτος μέλος οργανισμού για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης και την παροχή ανεξάρτητης συνδρομής στα θύματα φυλετικών διακρίσεων.
Η Οδηγία 2000/78/EΚ για την ισότητα στην απασχόληση
- Εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στην απασχόληση και την κατάρτιση ανεξάρτητα από τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, την αναπηρία, το γενετήσιο προσανατολισμό και την ηλικία.
- Περιλαμβάνει πανομοιότυπες διατάξεις με την οδηγία για τη φυλετική ισότητα σχετικά με τους ορισμούς των διακρίσεων, το δικαίωμα σε ένδικα μέσα και το μοίρασμα του βάρους της αποδείξεως.
-
Ζητά από τους εργοδότες να προβαίνουν σε εύλογες προσαρμογές για να ικανοποιούν τις ανάγκες ατόμων με αναπηρίες που διαθέτουν τα προσόντα για την εκτέλεση δεδομένης εργασίας.
- Επιτρέπει ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, π.χ. για τη διατήρηση της δεοντολογίας θρησκευτικών οργανώσεων, ή για την εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων που προωθούν την ένταξη των γηραιότερων ή των νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας.
Η θεμελιώδης αρχή, που αποτελεί τη βάση των Οδηγιών, είναι ότι όλοι θα πρέπει να χαίρουν του δικαιώματος ίσης και δίκαιης μεταχείρισης.
Πρωταρχική ευθύνη της ΕΕ είναι να υποστηρίζει αυτό το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
Όπως καθιστούν σαφές αμφότερες οι Οδηγίες, αυτό είναι ουσιαστικής σημασίας εάν θέλουμε να αναπτυχθεί η ΕΕ ως «χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης». Είναι επίσης ουσιαστικής σημασίας εάν πρέπει να διατηρηθεί η παράλληλη αρχή της εξασφάλισης ίσων ευκαιριών και αν πρέπει να δοθούν σε όλους ίσες ευκαιρίες για να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους και να επιτύχουν αυτά για τα οποία είναι ικανοί.
Αυτό, µε τη σειρά του, είναι σημαντικό για την επίτευξη των ευρύτερων στόχων της Ε.Ε. Σύμφωνα µε τις Οδηγίες, οι διακρίσεις μπορούν να «υπονομεύσουν την επίτευξη των στόχων της συνθήκης των ΕΚ, ειδικότερα δε την επίτευξη υψηλού επιπέδου απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, την οικονομική και κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη».
Μπορούν επίσης, να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, που είναι η δημιουργία προϋποθέσεων για «µια αγορά εργασίας που θα ευνοεί την κοινωνική ένταξη» και η υποστήριξη «των ηλικιωμένων εργαζόμενων, ούτως ώστε να αυξηθεί η συμμετοχή τους στην επαγγελματική ζωή».
Οι Οδηγίες καθιστούν σαφές ότι οποιοσδήποτε είναι θύμα διακρίσεων ή θεωρεί ότι έχει υποστεί άδικη μεταχείριση εξαιτίας των προσωπικών του χαρακτηριστικών θα πρέπει να διαθέτει επαρκή μέσα νομικής προστασίας καθώς και ένα ουσιαστικό δικαίωμα αποκατάστασης (δηλαδή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διορθώσει τα πράγματα). Επαφίεται στην κυβέρνηση κάθε χώρας να αποφασίσει εάν αυτό θα γίνεται μέσω δικαστικών διαδικασιών -δηλαδή μέσω του συστήματος της ποινικής ή αστικής δικαιοσύνης- ή μέσω διοικητικών ρυθμίσεων, για παράδειγμα δικαστηρίων.
Οι Οδηγίες επιβάλλουν στις κυβερνήσεις την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι τα άτομα που καταγγέλλουν περιπτώσεις άδικης μεταχείρισης, θα έχουν το δικαίωμα υποστήριξης και εκπροσώπησης από τη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκουν ή από ειδικούς συλλόγους ή οργανισμούς.
Παράλληλα, θα πρέπει να φροντίζουν ώστε οι κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις διακρίσεων να είναι «αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές».
Με άλλα λόγια, οι ποινές για την εφαρμογή διακρίσεων θα πρέπει να έχουν κάποια σχέση με τη βλάβη που έχει προκληθεί και πρέπει να λειτουργούν αποτρεπτικά κατά της εμφάνισης τέτοιου είδους συμπεριφορών.
Προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία αυτή περαιτέρω, ζητείται από τις κυβερνήσεις να θεσπίσουν νομοθεσία, βάσει της οποίας, το βάρος της απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (δηλαδή σε περιπτώσεις όπου δεν εμπλέκονται ποινικές κατηγορίες) μοιράζεται μεταξύ του ατόμου που ισχυρίζεται ότι έχει δεχθεί άδικη μεταχείριση και του ατόμου εναντίον του οποίου υποβάλλεται η καταγγελία. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη της απόδειξης ή αναίρεσης της υπόθεσης μοιράζεται μεταξύ των δύο.
Το άτομο που υποβάλλει την καταγγελία πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι τα γεγονότα που αφορούν την εφαρμογή διακρίσεων έχουν συμβεί (ότι υπάρχουν αρχικά αποδεικτικά στοιχεία των γεγονότων αυτών) και ότι συνεπώς στοιχειοθετείται η υπόθεση.
Το άτομο που κατηγορείται για διακριτική μεταχείριση θα πρέπει στη συνέχεια να αποδείξει ότι δεν ενήργησε άδικα και ότι υπάρχει νόμιμος λόγος για τις πράξεις του.
Επομένως, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος να πείσει το δικαστήριο ότι δεν έχει ενεργήσει κατά τρόπο που να εισάγει διακρίσεις. Ενώ από το άτομο που καταγγέλλει τη διάκριση δεν ζητείται να παράσχει αμάχητα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, κάτι το οποίο πιθανώς δεν είναι σε θέση να πράξει.
Επιπλέον, οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να διασφαλίσουν την επαρκή προστασία των ατόμων που καταγγέλλουν διακρίσεις έναντι αντιποίνων ή αντεκδίκησης, γεγονότα τα οποία εάν δεν ελεγχθούν θα μπορούσαν να τους αποτρέψουν από την άσκηση του δικαιώματός τους για ίση μεταχείριση.
Αυτό ισχύει επίσης για τους μάρτυρες υποθέσεων διακρίσεων, οι οποίοι πρέπει να έχουν την ίδια προστασία από αντίποινα ώστε να ενθαρρύνονται να καταθέτουν στοιχεία.
Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να θεσπίσουν μέτρα τα οποία να αποτρέπουν τους κατηγορούμενους για διακρίσεις από το να αντιδρούν με τον τρόπο αυτό.
Για να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο το επίπεδο προστασίας έναντι των διακρίσεων, η Οδηγία σχετικά με τη φυλετική ισότητα ζητά από τις κυβερνήσεις να ορίσουν έναν ανεξάρτητο φορέα ή φορείς, για να βοηθήσουν τα άτομα που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις να δώσουν συνέχεια στις καταγγελίες τους.
Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να παρέχουν σε αυτούς τους φορείς την εξουσία να διενεργούν ανεξάρτητες έρευνες σε θέματα διακρίσεων και να δημοσιεύουν ανεξάρτητες εκθέσεις σχετικά με το θέμα, ώστε να μπορούν να βοηθούν στην ενίσχυση της κατανόησης του προβλήματος και να συμβάλουν στην ανεύρεση λύσεων καθώς και στην παροχή πρακτικής βοήθειας προς τα θύματα
Θετική δράση
Οι Οδηγίες αναγνωρίζουν ρητώς ότι η διά νόμου απαγόρευση των διακρίσεων δεν θα είναι απαραιτήτως από μόνη της αρκετή για να εξασφαλίσει πραγματική ισότητα ευκαιριών για όλους μέσα στην κοινωνία.
Ενδέχεται να είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων που προκύπτουν λόγω της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, της ηλικίας ή άλλων χαρακτηριστικών ενός ατόμου, τα οποία είναι πιθανό να οδηγήσουν στην άδικη μεταχείρισή του.
Για παράδειγμα, στις εθνοτικές μειονότητες ενδέχεται να χρειάζεται ειδική κατάρτιση και βοήθεια ώστε να τους προσφέρεται μια πραγματική ευκαιρία ανεύρεσης εργασίας. Η οργάνωση μαθημάτων κατάρτισης ή η θέσπιση διαφορετικών ρυθμίσεων ειδικά για τα άτομα που ανήκουν σε αυτές αποτελούν τρόπους βελτίωσης των ευκαιριών που τους δίδονται
Εύλογες προσαρμογές για άτομα με αναπηρίες
Η Οδηγία για την ισότητα στην απασχόληση περιλαμβάνει ρητή διάταξη για τα άτομα με ειδικές ανάγκες προκειμένου να διασφαλίσει ότι θα απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα στην απασχόληση και την κατάρτιση: «Για να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι προσώπων με ειδικές ανάγκες, προβλέπονται εύλογες προσαρμογές. Αυτό σημαίνει ότι ο εργοδότης λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα, ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, ώστε το πρόσωπο με ειδικές ανάγκες να έχει πρόσβαση σε θέση εργασίας, να ασκεί ή να προάγεται στο επάγγελμά του, ή προκειμένου να του παρέχεται εκπαίδευση, αρκεί τα μέτρα αυτά να μη συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη.»
Για να εκπληρώσουν οι εργοδότες τις νομικές τους υποχρεώσεις βάσει της Οδηγίας και να πραγματοποιήσουν προσαρμογές για τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν είναι απαραίτητο να προβούν σε μεγάλες δαπάνες.
Πράγματι, πολλά από τα μέτρα τα οποία μπορούν να εισάγουν για να καταστήσουν ευκολότερη την εργασία των ατόμων με ειδικές ανάγκες συχνά απαιτούν ελάχιστο ή μηδενικό κόστος.
Ορισμένα παραδείγματα είναι η μεταφορά ατόμων που δυσκολεύονται να ανέβουν σκάλες σε γραφεία του ισογείου ή η παροχή ειδικού λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή για τα άτομα που παρουσιάζουν προβλήματα όρασης ώστε να έχουν τη δυνατότητα να διαβάζουν καλύτερα την οθόνη του υπολογιστή.
Επίσης είναι δυνατή η αναδιοργάνωση της εργασίας ή της επαγγελματικής κατάρτισης με σκοπό τη μέριμνα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, συχνά με ελάχιστες ή καθόλου αρνητικές συνέπειες.
Για παράδειγμα, μπορούν να καθιερωθούν ρυθμίσεις ευέλικτου χρόνου εργασίας για τα άτομα που έχουν συχνά την ανάγκη να λαμβάνουν άδεια για την παρακολούθηση θεραπείας ή μπορούν να πραγματοποιούνται προφορικές αντί γραπτές εξετάσεις στο τέλος ενός προγράμματος κατάρτισης για εκείνους που αντιμετωπίζουν φυσική δυσκολία στο γράψιμο.
Διάδοση πληροφοριών και ενθάρρυνση του διαλόγου
Οι κυβερνήσεις υποχρεούνται βάσει των Οδηγιών να δημοσιοποιούν τη νομοθεσία που θεσπίζεται κατά των διακρίσεων «με κάθε πρόσφορο μέσο» και να φροντίζουν ώστε όλοι να γνωρίζουν το περιεχόμενό της και την προστασία που παρέχει, καθώς και τις ποινές σε περίπτωση παραβάσεων.
Παράλληλα, απαιτείται να λαμβάνουν μέτρα για την ενθάρρυνση του διαλόγου μεταξύ «των δύο κοινωνικών εταίρων», δηλαδή των οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, καθώς και με μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), με σκοπό τη διάδοση της αρχής και της πρακτικής της ίσης μεταχείρισης.
Συνεπώς, οι κυβερνήσεις πρέπει να ενθαρρύνουν την υιοθέτηση πρακτικών στον εργασιακό χώρο, κωδίκων δεοντολογίας και συλλογικών συμβάσεων που δίνουν έμφαση στη σπουδαιότητα της εξάλειψης των διακρίσεων και βασίζονται σταθερά στην αρχή της ίσης και δίκαιης μεταχείρισης όλων των ανθρώπων.




